Στο 5,6% αυξήθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Οκτώβριο, από 5,1% που ήταν τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με την αρχική εκτίμηση της Eurostat.
Στο μεταξύ, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανήλθε τον Οκτώβριο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, εξαιτίας της αύξησης του ενεργειακού κόστους, ενώ εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να ενισχύεται και τους επόμενους μήνες. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να ενισχύσει τις προσδοκίες των αγορών για μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Δεκέμβριο.
Ειδικότερα, ο πληθωρισμός στις 21 χώρες της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 4% τον Οκτώβριο, από 3,8% τον προηγούμενο μήνα, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters.
Αντίθετα, ο δείκτης του δομικού πληθωρισμού, ο οποίος παρακολουθείται στενά από τις αγορές και εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,5%, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις.
Ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί με ταχύ ρυθμό από τις αρχές του έτους, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Βασική αιτία είναι ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν, ο οποίος έχει οδηγήσει σε αύξηση του ενεργειακού κόστους, με τις ανατιμήσεις να μετακυλίονται σταδιακά στις τιμές των προϊόντων για τους καταναλωτές. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει ιδιαίτερα την Ευρωζώνη, η οποία καλύπτει τη συντριπτική πλειονότητα των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών.
Παρότι η άνοδος των τιμών δεν έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις με μόνιμο χαρακτήρα, η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων από τις αρχές του έτους, προκειμένου να αποτρέψει την παράλληλη άνοδο των προσδοκιών για τον πληθωρισμό.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκιά της την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, ορισμένοι αξιωματούχοι της, μεταξύ των οποίων και οι επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών της Γερμανίας και της Ιταλίας, που ασκούν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο θεωρείται πλέον το πιθανότερο ενδεχόμενο.
Οι αγορές προεξοφλούν δύο έως τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ μέσα στον επόμενο χρόνο, από το σημερινό επίπεδο του 2,5% στο επιτόκιο καταθέσεων. Οι προσδοκίες αυτές μεταβάλλονται συχνά, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου.
Ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, που αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία στο καλάθι των τιμών καταναλωτή, επιταχύνθηκε στο 3,3% από 3,2% τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, οι τιμές των βιομηχανικών αγαθών αυξήθηκαν κατά 1,2%, έναντι αύξησης 1,1% ένα μήνα νωρίτερα. Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα συνέχισαν να εντείνονται, με τις τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων να καταγράφουν ετήσια αύξηση 4,6%.
Τα στοιχεία της Τετάρτης φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι ο ενεργειακός πληθωρισμός δεν έχει προκαλέσει ακόμη δευτερογενείς πληθωριστικές επιπτώσεις. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η διαπίστωση αυτή αναμένεται να προσφέρει περιορισμένη μόνο ανακούφιση στους υπεύθυνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής.
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, ιδίως στο πετρέλαιο κίνησης (ντίζελ) και το φυσικό αέριο, μετακυλίεται γρήγορα στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών, προκαλώντας έμμεσες πληθωριστικές πιέσεις που αναμένεται να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, τα χαμηλά επίπεδα των αποθεμάτων φυσικού αερίου εντείνουν τους ανοδικούς κινδύνους για το κόστος θέρμανσης, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι.
Αυτό ενδέχεται να μην αποτυπώνεται ακόμη με σαφήνεια στα διαθέσιμα στοιχεία, αλλά πιθανότατα θα γίνει πιο εμφανές τους επόμενους μήνες, ιδίως τον Ιανουάριο, όταν παραδοσιακά πραγματοποιούνται ανατιμήσεις σε ορισμένα αγαθά.
Η ΕΚΤ εκτιμά πλέον ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από το 4% για το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου εξαμήνου του 2027, προτού υποχωρήσει γρήγορα προς τα επίπεδα του 2%.
Πού σημειώθηκε ο υψηλότερος και ο χαμηλότερος πληθωρισμός:
Σημειώνεται οτι τα υψηλότερα ποσοστά πληθωρισμού για τον Οκτώβριο σημειώθηκαν στη Λιθουανία με ποσοστό 6,1%, στη Βουλγαρία με 6% καθώς και σε Ελλάδα και Ιταλία με 5,6%.
Από την άλλη, τα χαμηλότερα ποσοστά κατέγραψαν η Μάλτα με 2,3%, Γερμανία με 2,8% και Λετονία με 3%.
skai.gr












