Ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες επικρατούν τον τελευταίο καιρό σε μεγάλο μέρος της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, με επαναλαμβανόμενους καύσωνες να δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.

Για την εμμονή της ζέστης στην Ευρώπη το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων συζήτησε με τον δρ Ανδρέα Φλουρή, καθηγητή Φυσιολογίας και διευθυντή του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας FAME Lab του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

«Η κλιματική αλλαγή δεν είναι πλέον μια αφηρημένη συζήτηση για το περιβάλλον. Μπαίνει στο σπίτι, στο χωράφι, στο εργοτάξιο, στο σχολείο και στην επιχείρηση. Μειώνει την ικανότητα του ανθρώπου να εργάζεται με ασφάλεια, πιέζει την αγροτική παραγωγή και τα εισοδήματα, αυξάνει το κόστος ενέργειας, υγείας και ασφάλισης και δοκιμάζει υποδομές που σχεδιάστηκαν για ένα ηπιότερο κλίμα. Με απλά λόγια, η άνοδος της θερμοκρασίας μετατρέπεται σε απώλεια υγείας, χρόνου εργασίας και οικονομικής ασφάλειας». Αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Φλουρής, τονίζοντας πως η κλιματική αλλαγή δεν δοκιμάζει μόνο το άτομο, για να προσθέσει:

«Δοκιμάζει την κοινωνία ως σύνολο. Και το βάρος δεν κατανέμεται ισότιμα: οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, οι άνθρωποι με χρόνια νοσήματα, οι εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους και τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα πλήττονται πρώτοι και περισσότερο».

Η Ευρώπη, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής, και συνεχίζει:

«Είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος του πλανήτη και, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι θερμοκρασίες της αυξάνονται με ρυθμό μεγαλύτερο από το διπλάσιο του παγκόσμιου μέσου όρου. Αυτό δεν σημαίνει μόνο θερμότερα καλοκαίρια. Σημαίνει συχνότερες και μεγαλύτερες περιόδους θερμικής καταπόνησης, θερμότερες νύχτες που δεν επιτρέπουν στο σώμα να ανακάμψει, μεγαλύτερες δυσκολίες στην διαχείριση του νερού, στην παραγωγή τροφίμων, στα δίκτυα ενέργειας και στις υπηρεσίες υγείας».

Και, δυστυχώς, η ζέστη τονίζει ο κ. Φλουρής στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, δεν έρχεται μόνη. Φανταστείτε το κλίμα σαν μια αλυσίδα, στην οποία κάθε κρίκος τραβά τον επόμενο, για να εξηγήσει:

«Η υψηλή θερμοκρασία κάνει την ατμόσφαιρα να “διψά”, αφαιρώντας υγρασία από το έδαφος και τη βλάστηση και, όταν συνδυάζεται με ξηρασία και ισχυρούς ανέμους, δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες για γρήγορη εξάπλωση πυρκαγιών. Στη συνέχεια, ο καπνός μεταφέρει λεπτά σωματίδια πολύ μακριά από το μέτωπο της φωτιάς, επιβαρύνοντας την καρδιά και τους πνεύμονες ανθρώπων που μπορεί να βρίσκονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.

Αντίστοιχα, οι αμμοθύελλες και οι σκονοθύελλες γεννιούνται από ισχυρούς ανέμους πάνω από ξηρά και εκτεθειμένα εδάφη. Δεν προκαλείται κάθε επεισόδιο αφρικανικής σκόνης άμεσα από την κλιματική αλλαγή. Όμως η ξηρασία, η υποβάθμιση των εδαφών και οι μεταβολές στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία αλλάζουν το υπόβαθρομ μέσα στο οποίο αυτά τα επεισόδια εκδηλώνονται. Όταν, μάλιστα, η σκόνη συμπίπτει με καύσωνα, καπνό ή αστική ρύπανση, ο οργανισμός δεν αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο αλλά πολλούς ταυτόχρονα». Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Γι’ αυτό η απάντησή μας δεν μπορεί να περιορίζεται σε έκτακτες ανακοινώσεις κάθε φορά που έρχεται ένα ακραίο φαινόμενο. Χρειαζόμαστε έγκαιρες προειδοποιήσεις που συνδυάζουν θερμοκρασία, ποιότητα αέρα και κίνδυνο πυρκαγιάς, ανθεκτικές υποδομές, προστασία στην εργασία, ενίσχυση της δημόσιας υγείας και ουσιαστική μείωση των εκπομπών. Αν αντιμετωπίζουμε κάθε κίνδυνο χωριστά, θα βρισκόμαστε πάντα ένα βήμα πίσω. Η κλιματική ανθεκτικότητα αρχίζει όταν προστατεύουμε ταυτόχρονα τον άνθρωπο, το εισόδημα και την κοινωνική συνοχή».

Αποστόλης Ζώης (AΠΕ-ΜΠΕ)