«Μαμά και μπαμπά δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα. (…) Ισως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος». Οι λιγοστές λέξεις που άφησε γραμμένες σε ένα κομμάτι χαρτί, μέσα στην τσάντα της, μία από τις 17χρονες κοπέλες που πήδηξαν από την ταράτσα της Ηλιούπολης, συγκλονίζουν. Και ρίχνουν φως σε μια αθέατη μάστιγα: τον σκοτεινό κόσμο των εφηβικών αυτοκτονιών. Παιδιά, ηλικίας 13, 15, 17 ετών, χθες στην Ηλιούπολη, παλαιότερα στο Κερατσίνι ή στην Αργυρούπολη, αύριο κάπου αλλού, παιδιά στο ξεκίνημα μιας πορείας, αποφασίζουν ότι δεν θέλουν πια να βρίσκονται ανάμεσά μας. Τι έχει πάει στραβά; Τα τελευταία 25 χρόνια όπως αναφέρουν οι ειδικοί, υπάρχει μια σταθερή αύξηση των αυτοκτονιών ανηλίκων, με μέση ηλικία τα 15 έτη. Αγχος, κατάθλιψη, πίεση για μέλλον, σχολικός εκφοβισμός, προβλήματα στις σχέσεις είναι οι αφορμές. Στην ουσία το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και οι επιπτώσεις του σύνθετες. Μόνο το 2025 καταγράφηκαν 579 περιστατικά αυτοκτονίας στην Ελλάδα, ενηλίκων και ανηλίκων, ενώ υπολογίζεται βάσει επιστημονικών δεδομένων, ότι σε κάθε αυτοκτονία αντιστοιχούν άλλες 20 έως 30 απόπειρες. Την ίδια στιγμή, διεθνείς έρευνες και μελέτες επισημαίνουν ότι ύστερα από κάθε μία αυτοκτονία μένουν πίσω τουλάχιστον 8-10 άτομα που πενθούν. Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας της ΜΚΟ «Κλίμακα», εκτός από τις αυτοχειρίες, ποσοστό 12% έως 16% στις ηλικίες 14 έως 19 ετών προβαίνει σε αυτοτραυματισμό ενώ είναι γνωστό επιστημονικά ότι μέρος αυτού του πληθυσμού είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί μελλοντικά σε αυτοκτονική συμπεριφορά. Σε ένα τόσο ζοφερό σκηνικό, τα ερωτήματα που αναδύονται είναι αμείλικτα. Και δεν αφορούν απλώς το πόσοι έφηβοι χάνονται κάθε χρόνο αλλά το πόσοι ζητούν καθημερινά βοήθεια χωρίς να βρίσκουν απαντήσεις.
Τι πρέπει να προσέχουν οι οικογένειες
Η αυτοκτονία δεν είναι απλώς μία στιγμή, είναι μια χρόνια κατάσταση που μπορεί να σχετίζεται με γενετική προϊστορία αλλά και με συναισθηματικές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς, σχολικό εκφοβισμό. Αυτό επισημαίνουν επιστήμονες που μίλησαν στα «ΝΕΑ» για το φαινόμενο των αυτοκτονιών σε νεαρές ηλικίες. Οι υψηλής ποιότητας σχέσεις μέσα στην οικογένεια αλλά και το σχολείο μπορεί να αποτελέσουν «ασπίδα» ή να βοηθήσουν να εντοπιστούν εγκαίρως προειδοποιητικά σημάδια. Παράλληλα, οι ειδικοί σημειώνουν ότι είναι απαραίτητο η χώρα μας να προχωρήσει στην υλοποίηση εθνικής στρατηγικής για την πρόληψη των αυτοκτονιών. Την αναγκαιότητα της μετάβασης προς ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό μοντέλο πρόληψης της αυτοκτονίας θίγει ο ψυχίατρος Κυριάκος Κατσαδώρος, επιστημονικός διευθυντής του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας και πρόεδρος της ΜΚΟ «Κλίμακα». Η Κλίμακα έχει την ευθύνη της 24ωρης Γραμμής Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018, της μοναδικής γραμμής στην Ελλάδα για το θέμα, η οποία λειτουργεί με την υποστήριξη του υπουργείου Υγείας σε 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα και δέχεται κλήσεις από όλη την Ελλάδα με αστική χρέωση.
Χωρίς εθνική στρατηγική
«Η Ελλάδα είναι μια χώρα χωρίς εθνική στρατηγική για την πρόληψη των αυτοκτονιών», λέει στα «ΝΕΑ» ο Κυριάκος Κατσαδώρος. «Πρέπει να εξηγήσουμε ότι η αυτοκτονία δεν είναι μία στιγμή – η στιγμή που κάποιος αυτοκτόνησε –, αλλά είναι ένα βίωμα που κάποιος το κουβαλά από τη βρεφική του ηλικία, μια ευαλωτότητα που την έχει πάρει από τους γονείς του, από τους θείους του, από τους παππούδες του. Δυστυχώς η πολιτεία δεν εφαρμόζει πρόληψη στο θέμα των αυτοκτονιών και για τον λόγο αυτό οι αυτοκτονίες και οι αυτοτραυματισμοί συνεχίζουν να αυξάνονται», συμπληρώνει. Ο ίδιος επισημαίνει πως θα πρέπει να γίνει και στην Ελλάδα αυτό που έχει ξεκινήσει στην Αγγλία, «όπου πλέον το κομμάτι της αυτοκτονίας αντιμετωπίζεται ως χρόνια κατάσταση και όχι απλώς ως κρίση. Ετσι, έχουν ενταχθεί στο Εθνικό Σύστημα Υγείας προγράμματα πρόληψης της αυτοκτονίας που κάνουν αναδρομή στο παρελθόν κάθε ατόμου». «Το πρόβλημα», σύμφωνα με τον Κυριάκο Κατσαδώρο, «είναι η γενετική προϊστορία που κουβαλά το κάθε νέο παιδί, μια προϊστορία την οποία πρέπει να γνωρίζει και να μπορεί να την αντιμετωπίσει το ίδιο και οι γονείς του. Οπως πολλά αυτοάνοσα προϋπάρχουν και κάποια στιγμή εκδηλώνονται, έτσι και οι ψυχικές ασθένειες είναι χρόνιες διαδικασίες που εκδηλώνονται κάποια στιγμή, και μάλιστα σε ποσοστό 75% στην ηλικία των 15-21 ετών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Προτείνουμε λοιπόν, με ευθύνη της πολιτείας, να γίνεται συστηματικά γενετική συμβουλευτική στους γονείς ώστε να έχουν επίγνωση της κατάστασης και να μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Η αυτοκτονία είναι ένα πολυπαραγοντικό θέμα, στο οποίο αλληλεπιδρούν τόσο γονιδιακοί παράγοντες όσο και άλλοι παράγοντες, όπως το περιβάλλον».
Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας – Κλίμακα, το 2025 καταγράφηκαν συνολικά 579 περιστατικά αυτοκτονίας στην Ελλάδα. Υπολογίζεται, βάσει επιστημονικών δεδομένων, ότι σε κάθε αυτοκτονία αντιστοιχούν άλλες 20 έως 30 απόπειρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου, ποσοστό 12% έως 16% στις ηλικίες 14 έως 19 ετών προβαίνει σε αυτοτραυματισμό, ενώ είναι γνωστό επιστημονικά ότι μέρος αυτού του πληθυσμού είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί μελλοντικά σε αυτοκτονική συμπεριφορά. Ο αριθμός των αυτοκτονιών το 2025 παρουσιάζει σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το 2024 και το 2023, προσεγγίζοντας τα επίπεδα του 2022. Σύμφωνα με τους ειδικούς, παρά τις διακυμάνσεις, η συνολική εικόνα αναδεικνύει μια ανησυχητική σταθερότητα του ζητήματος της αυτοκτονίας σε υψηλά επίπεδα.
Μετά την πανδημία
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ομότιμου καθηγητή Παιδοψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και προέδρου ΔΣ του Ελληνικού Ινστιτούτου Μελέτης Τραύματος και Προαγωγής Ψυχικής Υγείας Γεράσιμου Α. Κολαΐτη και των συνεργατών του (Γ. Γιαννακόπουλου, αν. καθηγητή Παιδοψυχιατρικής ΕΚΠΑ, και Φ. Ζαραβίνου – Τσάκου, ψυχολόγου, υποψήφιου δρος ΕΚΠΑ), στο πλαίσιο του διηπειρωτικού δικτύου Global Child and Adolescent Mental Health Study (GCAMHS), με συμμετοχή 32 χωρών από τέσσερις ηπείρους, σε δείγμα 6.000 μαθητών Γυμνασίου, οι έφηβοι που είχαν πιο έντονα βιώματα κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 ανέφεραν περισσότερο επιβαρυμένη ψυχική υγεία. «Ενα ποσοστό 30% των εφήβων ανέφερε αυτοκτονικό ιδεασμό – μάλιστα, 15% μία φορά και 15% περισσότερες από μία φορές», επισημαίνει ο Γ. Κολαΐτης. «Το 8% είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας η οποία συνδεόταν με συναισθηματικές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς (διαγωγής), υπερκινητικότητα, προβλήματα σχέσεων με συνομηλίκους αλλά και σχολικό εκφοβισμό – μάλιστα, το 3% είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας πάνω από μία φορά».
Μέση ηλικία τα 15 χρόνια
Οπως αναφέρει ο καθηγητής, μια 25χρονη ανασκόπηση μελετών δείχνει σταθερή άνοδο αυτοκτονιών με τον χρόνο, με μέση ηλικία τα 15 χρόνια. Και ένα ιδιαίτερο φαινόμενο: ενώ οι αυτοκτονίες είναι συχνότερες στα αγόρια, στις απόπειρες κυριαρχούν τα κορίτσια. Σχεδόν το 20% των αυτοχείρων είχε ψυχιατρικό ιστορικό, το 25% προηγούμενο ιστορικό απόπειρας αυτοκτονίας ή ιδεασμού και το 24% ιστορικό χρήσης ουσιών. Μάλιστα, μόνο μια μειοψηφία (της τάξης του 16%) αυτοχείρων είχε γνωστοποιήσει τις προθέσεις της πριν αυτοκτονήσει και άλλοι τόσοι άφησαν σημείωμα. «Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες», λέει ο Γ. Κολαΐτης, «η συναισθηματική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση / επίθεση συσχετίζονταν με αυτοκτονικότητα – μάλιστα, παιδιά με ιστορικό συναισθηματικής κακοποίησης είχαν τριπλάσιες πιθανότητες για απόπειρες αυτοκτονίας, ενώ σε παιδιά με ιστορικό θυματοποίησης λόγω μπούλινγκ οι πιθανότητες ήταν περίπου διπλάσιες».
Οι υψηλής ποιότητας σχέσεις με την οικογένεια και το σχολικό περιβάλλον, η παρουσία θετικών θεσμών με συνομηλίκους αλλά και ενηλίκους είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή, προστατευτικοί παράγοντες απέναντι στην αυτοκτονικότητα. Από την άλλη, σε ατομικό επίπεδο, σημαντικότεροι παράγοντες είναι η αυτοεκτίμηση, η συναισθηματική νοημοσύνη και συγκεκριμένες δεξιότητες διαχείρισης.
kosmoslarissa.gr (από το ρεπορτάζ των Κατερίνας Ροββά –Ιφιγένειας Βιρβιδάκη στα ΝΕΑ)












