Με πρωτοβουλία και ευθύνη του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας κ. Χαράλαμπου Σταχτέα, διεξήχθη διαδικτυακή έρευνα με σκοπό να προκύψει κάποιας μορφής αποτύπωση των χαρακτηριστικών της έκτακτης εφαρμογής της σύγχρονης τηλεκπαίδευσης στα σχολεία γενικής παιδείας της περιοχής. Η επιδίωξη ύπαρξης ομοιογένειας στη διδακτική πράξη, περιόρισε τον υπό διερεύνηση πληθυσμό στους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν στα Γυμνάσια και τα Γενικά Λύκεια του Νομού Μαγνησίας. Στην εν λόγω έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε στo δεύτερο δεκαήμερο αναστολής λειτουργίας των σχολείων, ανταποκρίθηκε περίπου το 50% των καθηγητών.
Ακολουθούν κάποια πρώτα στατιστικά αποτελέσματα, για τα οποία σχεδιάζεται να υπάρξει περαιτέρω επεξεργασία.
Από τους καθηγητές που ανταποκρίθηκαν στην έρευνα, σχεδόν τα δύο τρίτα (65%) ήταν γυναίκες. Η συντριπτική πλειονότητα (90,5%) είχε ηλικία 40 ετών και πάνω. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 70,2% είχαν διδακτική υπηρεσία πάνω από 15 έτη. Λίγο παραπάνω από τους μισούς (59%) εργάζονταν τις περισσότερες ώρες σε Γυμνάσιο. Πάρα πολύ λίγοι (2,6%) ήταν κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, ενώ αρκετοί (29%) είχαν πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές. Μόνο το 17,4% των συμμετεχόντων παρέμειναν σε επίπεδο σπουδών βασικού πτυχίου, χωρίς, επίσης, να κατέχουν ούτε την αρχική (Α’ επιπέδου) πιστοποίηση ΤΠΕ. Δίχως να σημαίνει ότι όλο το τελευταία αναφερόμενο ποσοστό εκπαιδευτικών δεν είναι εξοικειωμένο με την χρήση των νέων τεχνολογιών, εύκολα διαπιστώνεται ότι ένα όχι ευκαταφρόνητο πλήθος καθηγητών εμφανίζει δυσκολίες στην αλληλεπίδραση με τις ψηφιακές εφαρμογές.
Όταν δόθηκε η συγκεκριμένη οδηγία από το ΥΠΑΙΘ, το 25,4% των εκπαιδευτικών δήλωσε ανέτοιμο να ξεκινήσει τη διδασκαλία διοργανώνοντας μαθήματα σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, 45% δήλωσε μέτρια ετοιμότητα, ενώ μόνο το 29,6% εξέφρασε υψηλή ετοιμότητα.
Πριν ξεκινήσουν τηλεμαθήματα σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, 10,5% αναζήτησαν το πληροφοριακό υλικό που έφτασε στη σχολική μονάδα κατά τη διάρκεια της περσυνής αναστολής λειτουργίας των σχολείων, 13% έλαβαν την ίδια ενημέρωση με πρωτοβουλία των διευθυντών, 61% έλαβαν γνώση των σχετικών οδηγιών ύστερα από κινητοποίηση τόσο των ιδίων, όσο και της διεύθυνσης του σχολείου, ενώ 15,5% ξεκίνησαν μαθήματα δίχως να ανατρέξουν στο πληροφοριακό υλικό που στάλθηκε στα σχολεία προς διευκόλυνση της προσαρμογής στη συγκεκριμένη ιδιότυπη παροχή εκπαιδευτικού έργου.
Η εμπλοκή των καθηγητών με μαθήματα τηλεκπαίδευσης (σύγχρονης ή ασύγχρονης μορφής) κατά τη διάρκεια της πρώτης αναστολής λειτουργίας των σχολείων την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου 2020, συνετέλεσε ώστε το 45,7% αυτών να αισθανθεί υψηλού βαθμού ασφάλεια στην υλοποίηση της υποχρεωτικής σύγχρονης τηλεκπαίδευσης κατά την δεύτερη αναστολή. 
Σχεδόν καθόλου ασφάλεια δεν προσέφερε η περυσινή εμπλοκή των καθηγητών με τηλεμαθήματα σε ποσοστό 18,9%, ενώ η ασφάλεια τονώθηκε λίγο σε ποσοστό 35,4%. Ενόψει του γεγονότος ότι ήταν πιθανό να επαναληφθεί διακοπή της συμβατικής διδασκαλίας εξαιτίας ενός νέου αναμενόμενου κύματος έξαρσης της πανδημίας, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών (80,5%) επιδίωξε να αναβαθμίσει και να επικαιροποιήσει τις γνώσεις του ώστε να ανταποκριθεί στην υποχρεωτική εφαρμογή μαθημάτων σύγχρονης τηλεκπαίδευσης.
Οι περισσότεροι καθηγητές (57,6%) διαπιστώθηκε ότι δεν προτιμούν να επιλέξουν οι ίδιοι την πλατφόρμα (λογισμικό) της επιθυμίας τους για την υλοποίηση μαθημάτων σύγχρονης τηλεκπαίδευσης στους μαθητές.
Το 75,2% των συμμετεχόντων, ανέφερε ότι η πλατφόρμα webex που εξασφάλισε το ΥΠΑΙΘ για την υποστήριξη της σύγχρονης τηλεκπαίδευσης στα δημόσια σχολεία, διέθετε ικανοποιητικό περιβάλλον διεπαφής και χαρακτηρίζονταν από μεγάλου βαθμού ευχρηστία.
Σημειώνεται ότι το 55,2% των καθηγητών δήλωσε ότι η πλατφόρμα webex ήταν η πρώτη πλατφόρμα σύγχρονης τηλεκπαίδευσης που έμαθε να χρησιμοποιεί. Έχει τη σημασία του να τονιστεί ότι οι νέες οδηγίες του ΥΠΑΙΘ που στάλθηκαν στα σχολεία για τη διευκόλυνση στη χρήση της προαναφερόμενης πλατφόρμας, χαρακτηρίστηκαν σαφείς από τα τρία τέταρτα των εκπαιδευτικών (74,8%). Για να ενισχυθούν οι καθηγητές στην προσπάθεια προσαρμογής στο νέο εκπαιδευτικό έργο που κλήθηκαν έκτακτα να επιτελέσουν, υλοποιήθηκε η εγκύκλιος του ΥΠΑΙΘ και συστάθηκε σε κάθε σχολείο ομάδα τεχνικής υποστήριξης. Τη συγκεκριμένη τεχνική ομάδα, το 44% των καθηγητών τη χαρακτήρισε διαθέσιμη, το 43,6% την εξέλαβε ως επαρκή και το 33,3% θεώρησε ότι η προσφορά ήταν συνεχής. Μόνο το 12,4% έκρινε ότι η ομάδα τεχνικής υποστήριξης δεν προσέφερε ουσιαστική βοήθεια.
Προκειμένου οι καθηγητές να ανταποκριθούν στη διοργάνωση μαθημάτων σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, κατά δήλωσή τους, 47,6% διέθεταν τον αναγκαίο ψηφιακό εξοπλισμό, 39,3% προβήκαν σε αγορά επιπρόσθετου ψηφιακού εξοπλισμού, 6,7% δανείστηκαν από το σχολείο τα απαραίτητα ψηφιακά μέσα και μόνο το 6,4% επισκέπτονταν το σχολείο για να χρησιμοποιήσουν τις συσκευές νέας τεχνολογίας που ήταν διαθέσιμες. Κατά την διεξαγωγή μαθημάτων σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, οι καθηγητές συνάντησαν διάφορα προβλήματα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που καταγράφηκε αφορά στην πλημμελή αλληλεπίδραση των καθηγητών με τους μαθητές (47%), ενώ ως σημαντικό πρόβλημα αναδείχθηκε και η συχνή καθυστέρηση στον ήχο που παρατηρήθηκε (38,3%).
Θεωρείται, λοιπόν, ότι η συντριπτική πλειονότητα των καθηγητών δεν συμφωνεί με το ενδεχόμενο χρήσης της σύγχρονης τηλεκπαίδευσης σε συστηματική βάση (σε συνδυασμό με τη δια ζώσης και εκ του σύνεγγυς εκπαίδευση) στα σχολεία από τη νέα σχολική χρονιά και χωρίς να υπάρχει πρόβλημα πανδημίας, αφού η συγκεκριμένη επιλογή σε αντίστοιχο ερώτημα εμφανίζεται με συχνότητα 72%.
Πάντως οι καθηγητές θεωρούν ότι θα ανταποκρινόταν αποτελεσματικότερα στις ανάγκες τηλεδιδασκαλίας σύγχρονης μορφής, περισσότερο εάν κατείχαν ειδικές γνώσεις διαμόρφωσης εκπαιδευτικού υλικού για εξ αποστάσεως εκπαίδευση (61%), παρά εάν κατείχαν πιο πολλές γνώσεις τεχνικού/πρακτικού περιεχομένου.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την πρώτη εβδομάδα υλοποίησης μαθημάτων σύγχρονης τηλεκπαίδευσης, το 65,5% των καθηγητών αναθεώρησε (έστω και λίγο) προς το ευνοϊκότερο/καλύτερο την άποψή που είχε για την αξία και τις δυνατότητες της σύγχρονης τηλεκπαίδευσης. Ύστερα και από την σχετική εμπειρία που έκτακτα και μάλλον βεβιασμένα απέκτησαν οι καθηγητές, σε ποσοστό 43,8% θεωρούν ότι η τηλεκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς την συμβατική εκπαίδευση,  σε ποσοστό 34,3% κρίνουν ότι η τηλεκπαίδευση αποτελεί ατελής μορφή εκπαίδευσης, σε ποσοστό 18,1% πιστεύουν ότι η τηλεκπαίδευση δεν είναι εκπαίδευση και σε ένα μικρό ποσοστό (3,8%) νομίζουν ότι η τηλεκπαίδευση, υπό προϋποθέσεις (όχι απαραίτητα κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες), μπορεί να αντικαταστήσει σε σημαντικό βαθμό μέρος της καθιερωμένης συμβατικής εκπαίδευσης.
Με βάση και τα προαναφερόμενα, ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας κ. Χαράλαμπος Σταχτέα που πραγματοποίησε την έρευνα, δήλωσε τα παρακάτω: «Η πανδημία προκάλεσε απροσδόκητους κραδασμούς σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οπωσδήποτε ενίσχυσε το ψηφιακό αποτύπωμα των πολιτών. Φυσικά, δεν άφησε στο απυρόβλητο και το χώρο της εκπαίδευσης. Συνέβαλε με τρόπο βιαστικό και σχεδόν ασυντόνιστο στην περαιτέρω ψηφιοποίηση του Ελληνικού δημόσιου σχολείου. Αναμφισβήτητα, επηρέασε και την οργάνωση και υλοποίηση της διδακτικομαθησιακής διαδικασίας. Με δεδομένο ότι η δια ζώσης και εκ του σύνεγγυς διδασκαλία παραμένει αναντικατάστατη, στο εξής, οι καθηγητές μπορούν να εμπιστευθούν και ευκολότερα να εντάξουν κάποιες πτυχές της τηλεκπαίδευσης στην υποστήριξη του συμβατικού διδακτικού έργου. Ωστόσο, για να γίνει το σχολείο περισσότερο ψηφιακό, επιβάλλεται να υπάρξει ουσιαστικό και συνεχές ενδιαφέρον από την πολιτεία, δίνοντας έμφαση και στην κατάλληλη επιμόρφωση, η οποία παραμένει ακόμα ζητούμενο από τον κλάδο».

taxydromos.gr