Το «Πρώτη φορά στον αέρα» της B.K. Borison πατά πάνω σε μια απλή, σημερινή ιδέα. Μια προσωπική στιγμή γίνεται δημόσιο θέαμα, ένα τηλεφώνημα «γράφει» στον αέρα, ένα κομμάτι της ζωής σου μετατρέπεται σε αφήγημα που όλοι σχολιάζουν. Κι εκεί, μέσα στον θόρυβο, πρέπει να μείνεις άνθρωπος. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Η μετάφραση ανήκει στην Αναστασία Δεληγιάννη.

Γράφει η δημοσιογράφος Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Ο Έιντεν είναι ραδιοφωνικός παραγωγός με φωνή έμπειρη και ψυχή κουρασμένη. Δεν είναι «κακός», είναι κλειστός. Έχει εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζει τον έρωτα σαν κάτι που κάνει θόρυβο, αλλά δεν κρατά. Απέναντί του η Λούσι, μια γυναίκα που κουβαλά την καθημερινότητα και τη μητρότητα με αξιοπρέπεια, με εκείνη τη σιωπηλή αντοχή που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, αλλά φαίνεται στις επιλογές. Όταν η εκπομπή τους τούς μπλέκει σε ένα δημόσιο «κυνήγι» ρομάντζου, το διακύβευμα δεν είναι μόνο αν θα τα βρουν. Είναι αν θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να εκτεθεί.

Το βιβλίο δουλεύει καλύτερα όταν επιμένει στο αργό χτίσιμο. Η χημεία δεν πέφτει από τον ουρανό. Στήνεται σε μικρές ανταλλαγές, σε αμήχανες σιωπές, σε ατάκες που ξεκινούν σαν αστείο και καταλήγουν σαν εξομολόγηση. Αγαπώ τα μυθιστορήματα «slowburn» έχουν μαγεία κι ουσία, γιατί δεν «σπρώχνει» τους ήρωες με το ζόρι. Τους αφήνει να κάνουν βήματα, και να πληρώσουν το κόστος τους.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά, η πιο άβολη. Το κοινό που επενδύει συναισθηματικά σε μια ξένη ζωή. Η πίεση να είσαι «συμπαθής». Η αίσθηση ότι όλοι έχουν άποψη. Είναι καθρέφτης του πώς λειτουργεί η εποχή μας, όπου η ιδιωτικότητα συρρικνώνεται και ο έρωτας καμιά φορά μοιάζει με περιεχόμενο.

Δεν είναι όλα αψεγάδιαστα. Κάποιες συμπτώσεις και κάποιες επιλογές της πλοκής υπηρετούν καθαρά το «feelgood» αποτέλεσμα και θα το καταλάβεις. Δείχνει δύο ανθρώπους που μαθαίνουν να χαμηλώνουν τις άμυνες, χωρίς να τους εξαφανίζει τις πληγές.

Αν θες ένα αισθηματικό μυθιστόρημα ενηλίκων με ζεστή ατμόσφαιρα, χιούμορ, συναίσθημα και την αίσθηση μιας ρομαντικής κομεντί, τότε το «Πρώτη φορά στον αέρα» είναι για σένα. Και κάπου ανάμεσα στις συχνότητες, θυμίζει κάτι πρακτικό και σκληρά αληθινό.

Ο έρωτας δεν σε «σώζει» μόνος του, αλλά μπορεί να σε ξυπνήσει, αν του ανοίξεις την πόρτα.

Αν σε άκουγε «όλη η πόλη», θα είχες το θάρρος να πεις δυνατά τι θέλεις, ή θα προτιμούσες τη σιωπή που σε προστατεύει αλλά δεν σε αλλάζει;