Η ροή των αυτοκινήτων που έφευγαν προς Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα ήταν ήδη αυξημένη από την Μεγάλη Τρίτη. Το ίδιο και ο αριθμός των αυτοκινήτων που εγκατέλειπαν τη Θεσσαλονίκη για τα παραθαλάσσια θέρετρα.
Μεγάλη Δευτέρα και Μεγάλη Τρίτη τα καράβια αναχωρούσαν από τον Πειραιά ασφυκτικά γεμάτα και οι κρατήσεις στα νησιά του Αιγαίου είχαν ξεπεράσει καιρό πριν το 95%. Μεγάλη Εβδομάδα και είχαν αγγίξει το 100%.
Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, ο κόσμος περίμενε να μπει στο καράβι, καρφίτσα δεν έπεφτε, ο όρος συνωστισμός δεν είχε υπόσταση, υπήρχε μόνο η προσμονή της φυγής . Εκτακτα δρομολόγια τη Μ. Παρασκευή για να προλάβουν όλοι.
Η απόφαση
Λίγες μόλις μέρες αφότου ο αριθμός των ημερήσιων θανάτων από κοροναϊό άρχισε να πέφτει κάτω από τους 100 νεκρούς, ο κόσμος είχε ήδη λάβει την απόφαση να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο διαβίωσης υπό συνθήκες πανδημίας.
Αυτό της συμβιωτικής σχέσης με τον ιό, τουλάχιστον για εκείνους που είχαν κάνει τρία εμβόλια θεωρώντας ότι ξέφυγαν από τον κίνδυνο θανάτου.
Ηταν η  στιγμή που ο πλανήτης και η τοπική μας κοινωνία ξεγλιστρούσε από τα δίχτυα της φονικής μετάλλαξης Δέλτα για να πέσει σε εκείνα της Ομικρον και των επιγόνων της, που επικράτησε ως περισσότερο μεταδοτική αλλά λιγότερο επικίνδυνη για τους γενικά υγιείς και εμβολιασμένους.
Δύο χρόνια
Ηδη από την Μεγάλη Πέμπτη, τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας, είχαν ερημώσει, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να κατευθύνονται στην εξοχή για το Πάσχα, αυτό που δεν είχαν την ευκαιρία να γιορτάσουν για δύο χρόνια, να βρεθούν σε μία εκκλησία για το «Χριστός Ανέστη».
Πάνω από 40.000 άνθρωποι πήραν τα πλοία από το λιμάνι του Πειραιά, οι περισσότεροι για κάποιο κυκλαδονήσι. Πάνω από 100.000 αυτοκίνητα έφυγαν από την Αττική την ίδια μέρα, ενώ τη Μεγάλη Πέμπτη μέχρι τις 7 το απόγευμα, είχαν φύγει 90.000 αυτοκίνητα.
Χιλιάδες ακόμη οχήματα μετακινήθηκαν εντός του νομού, στις παραθαλάσσιες περιοχές. Εφόσον οι μπάρες στις εξόδους της πόλης δεν θα έκλειναν όπως το 2020, ο κόσμος είχε αποφασίσει να αφήσει πίσω του τον ιό, εγκλωβισμένο στους άδειους δρόμους των μεγάλων πόλεων.
Η κανονικότητα
Σε σχέση με το 2019, η έξοδος από την Αττική, ήταν μέχρι τη Μ. Πέμπτη 15% μεγαλύτερη.
Η κανονικότητα επέστρεψε επειδή οι αντοχές έφτασαν στα όριά τους αλλά και γιατί νέοι κίνδυνοι, όπως ο πόλεμος στα απώτερα βόρεια σύνορα, τον οποίο όλοι τροφοδοτούν με τον τρόπο που μπορεί ο καθένας τους, δημιούργησαν ασφυκτικές συνθήκες για την διατήρηση οποιουδήποτε μέτρου κατά του κοροναϊού.
Η άρση των μέτρων είχε προαναγγελθεί, η σύσταση για τον συνωστισμό παρέμεινε. Είχε χάσει εξάλλου προ πολλού τον όποιο κανονιστικό της χαρακτήρα, το άνοιγμα της εστίασης και της διασκέδασης ήταν το κατώφλι για την επιστροφή στην κανονικότητα.
Ο εθισμός
Ομως η νέα κανονικότητα, δεν μοιάζει σε τίποτε με εκείνη που ο κόσμος άφησε πίσω του στις αρχές του 2020. Υπάρχει πρωτόγνωρη ακρίβεια, αισχροκέρδεια, και συμπίεση εισοδημάτων. Καύσιμα και είδη πρώτης ανάγκης είναι ακριβότερα από ποτέ, ο φόβος για την επιβίωση υπερνικά τον φόβο νόσησης από τον ιό.
Υστερα από δύο χρόνια όπου ο καθένας βίωσε κάθε μέτρο και κατάσταση συναγερμού, έρχεται ο εθισμός στην συμβίωση. Η πρώτη βαλβίδα αποσυμπίεσης, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη, από την άρση κάθε περιορισμού, ακόμη και σταδιακά, για εκείνους που κυνηγήθηκαν με τιμωρητικά μέτρα επειδή έμειναν ανεμβολίαστοι.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι το υψηλό ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης – 85% στον ενήλικο πληθυσμό και πάνω από 90% στις ευάλωτες ομάδες – καθώς και το διαφορετικό στέλεχος, που χαρακτηρίζεται από υψηλή μολυσματικά αλλά χαμηλή νοσηρότητα, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα ασφαλές πέρασμα στην κανονικότητα.
Κατά τον υπουργό Υγείας Θ. Πλεύρη, έπειτα από δυόμισι δύσκολα χρόνια οι γιατροί έχουν πλέον διαθέσιμα, εκτός από τα πολύτιμα εμβόλια, τα αντι-ιικά φάρμακα για τη διαχείριση των ασθενών αλλά και την απαραίτητη εμπειρία.
Αν ο κυβερνητικός σχεδιασμός ισχύσει, η ενίσχυση του ΕΣΥ θα συνεχιστεί: «Τα νομοσχέδια τα οποία έρχονται έχουν τη λογική να διδαχθούμε από την πανδημία και να δομήσουμε ένα πιο ανθρωποκεντρικό Εθνικό Σύστημα Υγείας, αλλά να το στηρίξουμε και με πόρους, οι οποίοι θα είναι τουλάχιστον στο 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης».
Σε κάθε περίπτωση και καθώς η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία δυναμικής μετάβασης, ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ Θεοκλής Ζαούτης τόνισε πως «ο δείκτης των κρουσμάτων στην πορεία θα είναι λιγότερο σημαντικός από ό,τι ήταν στο παρελθόν, επειδή έχουν αλλάξει όλα τα κράτη τη μεθοδολογία με την οποία κάνουν testing».
Και συμπλήρωσε ότι εφεξής οι επιστήμονες θα εστιάζουν στις νοσηλείες, στις διασωληνώσεις και στους θανάτους, με το μοντέλο αυτό να υιοθετείται σχεδόν στο σύνολο της Γηραιάς Ηπείρου (και όχι μόνον). Ο ίδιος, δε, αναφερόμενος στον πιο «σκληρό δείκτη» που… σκιάζει τη χώρα μας, επικαλέστηκε έρευνα του «Lancet», η οποία τεκμηριώνει πως γίνεται υποκαταγραφή των θανάτων στις ευρωπαϊκές χώρες. Πιο συγκεκριμένα, την περίοδο 2020-2021, σε σύγκριση με 11 χρόνια πριν, η Ελλάδα εμφανίζει πολύ χαμηλότερη θνησιμότητα. Ετσι, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα στη χώρα μας το εξεταζόμενο διάστημα ήταν 127,1 θάνατοι ανά 100.000, όταν στη Δυτική Ευρώπη ήταν 140.
Ο υδράργυρος ανεβαίνει μέρα με τη μέρα και το Πάσχα θα έρθει με καλοκαιρινές θερμοκρασίες, ελκυστικό το πρώτο μπάνιο για πολλούς, ακόμη κι αν το καλοκαίρι επισήμως δεν έφτασε. Οι δυσκολίες περιμένουν στη στροφή, αλλά τώρα, κι αυτή μπορεί να περιμένει.

(in.gr)