Περισσότερα από 5 στα 10 νοικοκυριά (50,9%) περιόρισαν πέρυσι τις δαπάνες τους για εξόδους (εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.λπ.). Επιπλέον, το 45,1% των νοικοκυριών ξόδεψαν λιγότερα για ταξίδια, ενώ το 43,3% περιόρισε τις δαπάνες για ένδυση-υπόδηση.
Αυτά προκύπτουν από την 10η ετήσια έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών το 2021.
Από την άλλη πλευρά, καταγράφεται εκτίναξη του ποσοστού των νοικοκυριών που αύξησαν τις δαπάνες τους για την κάλυψη βασικών αναγκών, εξαιτίας της ακρίβειας των τελευταίων μηνών.
Ειδικότερα, το 65,1% των νοικοκυριών αύξησε τις δαπάνες του για λογαριασμούς σπιτιού, το 52,8% για είδη διατροφής, το 51,9% για θέρμανση και το 34,7% για υγεία και φάρμακα. Γενικά, οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν το 2021 σε σχέση με το 2020 κατά 12%.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι περισσότερα από 3 στα 10 (31,2%) νοικοκυριά καθυστέρησαν να αναζητήσουν την κατάλληλη θεραπεία για κάποιο ιατρικό πρόβλημα, 2 στα 10 καθυστερούν να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα και περισσότερο από 1 στα 10 (12,5%) καθυστερεί την πληρωμή λογαριασμών θέρμανσης.
Οι αυξήσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν για σχεδόν 1 στα 2 νοικοκυριά (49,8%) την κατηγορία που έχει τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στο εισόδημά τους και ακολουθούν οι αυξήσεις στα τρόφιμα (21,4%), στη βενζίνη (12,4%) και στο πετρέλαιο θέρμανσης (9,3%).
Ως καταλληλότερο μέτρο για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της αύξησης των τιμών, το 42,7% των νοικοκυριών θεωρεί πως είναι η μείωση φόρων και τελών στα καύσιμα και την ενέργεια και το 40,9% η αύξηση των μισθών και συντάξεων.
Αναφορικά με τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, το 60,9% των νοικοκυριών τα αξιολόγησε ως ανεπαρκή, το 14,9% ως μάλλον ανεπαρκή, ενώ μόλις το 9,5% και το 6,3% αξιολόγησαν τα μέτρα που είχαν ληφθεί κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας (9-17 Δεκεμβρίου 2021) ως μάλλον επαρκή και επαρκή, αντίστοιχα.
Τα νοικοκυριά που δηλώνουν πως δεν θα καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο το 2022 είναι αυξημένα κατά 10 μονάδες σε σχέση με την έρευνα του 2020. Συγκεκριμένα περισσότερο από 1 στα 4 νοικοκυριά (27,8%) δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις φορολογικές ή/και ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, ενώ το 16,8% των νοικοκυριών δήλωσε πως κάποιο μέλος του έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο (εφορία, ασφαλιστικά ταμεία).
Σημειώνεται ότι το 5,3% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες για καταναλωτικά, επιχειρηματικά δάνεια ή/και κάρτες, ενώ το 5,2% των νοικοκυριών δήλωσε πως δεν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις τραπεζικές υποχρεώσεις του το 2022.
Πάντως και τα δύο ποσοστά είναι καλύτερα σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2020. Σημειώνεται ότι το 21% των νοικοκυριών έχουν ενεργό στεγαστικό δάνειο και από αυτά τα νοικοκυριά το 16,5% καταβάλλει τις δόσεις του δανείου – συχνά με κάποια καθυστέρηση – ενώ το 6% έχει καθυστερημένες οφειλές περισσότερο από τρεις μήνες. Τα ποσοστά αυτά είναι τα χαμηλότερα που έχουν καταγραφεί σε έρευνα εισοδήματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, από τότε που παρακολουθεί αυτό τον δείκτη, δηλαδή από το 2014.

(in.gr)