Μόλις το 16% των οικισμών της Αττικής και το 34% των οικισμών της Στερεάς Ελλάδας βρίσκονται σήμερα σε συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή οδηγία για τη διαχείριση των λυμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αττική το 42% και στη Στερεά Ελλάδα το 53% των βιολογικών καθαρισμών δεν λειτουργούν σωστά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η Θεσσαλία με ποσοστό 47%. Αντιθέτως, η διαχείριση των λυμάτων βρίσκεται σε καλό επίπεδο στα Ιόνια Νησιά, στη Δυτική Μακεδονία και στην Κρήτη.

Τα στοιχεία προέρχονται από έρευνα της διανεοσις για τη διαχείριση υγρών αποβλήτων, η οποία υπογράφεται από οκταμελή ομάδα επιστημόνων, με συντονιστή τον καθηγητή και κάτοχο έδρας UNESCO στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Κωνσταντίνο Αραβώση. Σύμφωνα με την έρευνα:

  • Το υψηλότερο ποσοστό συμμόρφωσης με την κοινοτική νομοθεσία για τη διαχείριση των λυμάτων έχει η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων (92%), ενώ ακολουθούν η Δυτική Μακεδονία (80%), η Κρήτη (70%), η Hπειρος (64%), η Κεντρική Μακεδονία (62%), το Νότιο Αιγαίο (60%), η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη (58%) και η Πελοπόννησος (56%).
  • Αντιθέτως, χαμηλότερα ποσοστά συμμόρφωσης έχουν οι Περιφέρειες Δυτικής Ελλάδας (49%), Θεσσαλίας (47%), Βορείου Αιγαίου (44%), Στερεάς Ελλάδας (34%) και τελευταία η Αττική, μόλις με 16%.
  • Οσον αφορά τις χαμηλότερες θέσεις της λίστας, στην Αττική από τους 49 οικισμούς προτεραιότητας (με βάση την κατηγοριοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας), μόλις 8 βρίσκονται σε συμμόρφωση, ενώ στη Στερεά από τους 53 μόλις οι 18 οικισμοί. • Σε όλη τη χώρα λειτουργούν 275 βιολογικοί καθαρισμοί, με έτη λειτουργίας που κυμαίνονται από το 1980 για τις παλαιότερες μονάδες έως το 2023 για τις πιο πρόσφατες. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό μονάδων (67), ενώ ακολουθεί η Στερεά Ελλάδα (30). Αντίθετα, οι Περιφέρειες Αττικής, Βορείου Αιγαίου, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου και Ιονίων Νήσων περιλαμβάνουν μικρότερο αριθμό μονάδων, με 12, 11, 11, 10 και 12 αντιστοίχως.

Πάντως, από τους 228 οικισμούς σε όλη τη χώρα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, ένα σημαντικό ποσοστό (70%) έχει υπό ένταξη έργα στο ΕΣΠΑ. Ακόμη 10% των οικισμών έχουν ώριμα έργα, τα οποία έχει αποφασιστεί να κατασκευαστούν με κρατική χρηματοδότηση. Ανώριμα είναι τα έργα που χρειάζεται περίπου το 10% των οικισμών, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις περιοχών που έχουν βιολογικούς καθαρισμούς, αλλά είτε έχουν ανεπαρκή αριθμό συνδέσεων (6%) είτε εμφανίζουν προβλήματα στη λειτουργία (3%). • Μόλις δύο βιολογικοί καθαρισμοί, στην Παροικιά Πάρου και στους Μολάους Λακωνίας, εφαρμόζουν επαναχρησιμοποίηση των λυμάτων στη γεωργία μετά τον καθαρισμό τους. • Σχεδόν σε όλους τους βιολογικούς καθαρισμούς της χώρας, η παραγόμενη λυματολάσπη καταλήγει σε κάποιον ΧΥΤΑ. Μόλις σε οκτώ εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα η λυματολάσπη οδηγείται σε κάποιο άλλο είδους επεξεργασίας (κομποστοποίηση ή ξήρανση προς καύση), αλλά από αυτές μόνο στις έξι αυτό γίνεται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία: στους βιολογικούς καθαρισμούς Αθήνας (Ψυττάλεια), Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Πύργου, Θέρμης και Νεάπολης.

Πιο προβληματικές περιοχές

Η έκθεση παρουσιάζει και επτά παραδείγματα περιοχών στις οποίες η διαχείριση των λυμάτων είναι προβληματική. Ανάμεσα σε αυτές η Ανδρος, όπου «η ποιότητα των υδάτων επηρεάζεται από τους πολλούς απορροφητικούς βόθρους και την εκτός σχεδίου δόμηση, που μολύνουν τα υπόγεια νερά με μικροβιολογικές και χημικές ουσίες, καθιστώντας πολλές πηγές ακατάλληλες». Η Μύκονος και η

Ζάκυνθος, όπου λόγω υπερφόρτωσης της εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων παρατηρούνται συχνά διαρροές σε παραλίες ή και ποταμούς. Τα Χανιά, όπου καταγράφονται «προβλήματα δυσοσμίας και περιοδική μη λειτουργία της εγκατάστασης, με διαρροές λυμάτων στη θάλασσα, ιδιαίτερα στις περιοχές Χαλέπα και Σόδυ». Η Πάτμος, όπου «η μονάδα δεν λειτουργεί από τον Ιούνιο του 2025, με αποτέλεσμα λύματα να εκρέουν στη θάλασσα και ακόμη και στις βρύσες σπιτιών, προκαλώντας σοβαρή ρύπανση και προβλήματα δημόσιας υγείας». Τα Καμένα Βούρλα, όπου «σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της μονάδας έχουν ως αποτέλεσμα λύματα να καταλήγουν στη θαλάσσια περιοχή του κάμπινγκ ΕΟΤ, κοντά στην έξοδο της εγκατάστασης». Και η Βέροια, ο βιολογικός καθαρισμός της οποίας «είναι ο μεγαλύτερος ρυπαντής του νομού Ημαθίας», καθώς ρίχνει ανεπεξέργαστα λύματα και λάσπη στον Αλιάκμονα.

Η μελέτη καταλήγει σε καλά παραδείγματα για τη διαχείριση λυμάτων και σε σειρά προτάσεων για τη βελτίωση της διαχείρισης λυμάτων στην Ελλάδα.

kosmoslarissa.gr (με πληροφορίες από Καθημερινή, Γιώργος Λιαλιός)