Πριν λίγες ημέρες παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο το σχέδιο νόμου του ΥΠΕΣ για τις αλλαγές στον τρόπο επιλογής των προϊσταμένων του Δημοσίου. Το non paper του Υπουργείου αναφέρεται σε πλήρη αναμόρφωση του συστήματος αξιολόγησης και εισαγωγή πολλαπλών «φίλτρων υψηλών απαιτήσεων» στις επιλογές της διοικητικής ηγεσίας. Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά την εισαγωγή γραπτής ηλεκτρονικής δοκιμασίας, πιθανότατα δεξιοτήτων και όχι γνώσεων, στο πρότυπο της διαδικασίας επιλογής Υπηρεσιακών Γραμματέων και των Διοικήσεων των φορέων του Δημοσίου.
Αυτή η γραπτή ηλεκτρονική διαδικασία θα συμπληρώνεται από μοριοδότηση των τυπικών προσόντων, όπως και της προϋπηρεσίας των υποψηφίων για θέσεις ευθύνης. Θα πρόκειται συνεπώς για παραλλαγή του ισχύοντος καθεστώτος, δηλαδή για ένα μεικτό σύστημα, που συνδυάζει στοιχεία τόσο από το «σύστημα σταδιοδρομίας» των υπαλλήλων όσο και από το «σύστημα καριέρας» (ανάληψη ευθύνης μετά από αξιολόγηση τυπικών και ουσιαστικών προσόντων).
Επαναφορά του «νόμου Μητσοτάκη».
Η εισαγωγή της γραπτής δοκιμασίας σηματοδοτεί την επαναφορά της γραπτής εξέτασης που προβλέφθηκε στον ν. 4275/2014 επί θητείας του σημερινού Πρωθυπουργού στο τότε Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ρύθμιση ωστόσο που δεν ευτύχησε να εφαρμοστεί όσο ίσχυε, ενώ στη συνέχεια καταργήθηκε με τον ν. 4369/2016.
Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι ο παλαιότερος νόμος προέβλεπε εξέταση γνώσεων, ενώ η νέα ρύθμιση εισάγει δοκιμασία δεξιοτήτων. Εάν, μάλιστα, αυτή η δοκιμασία ακολουθήσει το πρότυπο των δοκιμασιών που εφαρμόζονται για την επιλογή Υπηρεσιακών Γραμματέων και Διοικητών των φορέων του Δημοσίου, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μυστικότητα των θεμάτων και την πλήρη έλλειψη αιτιολόγησης της βαθμολογίας, τότε θα ελέγχεται και αυτή ως αντισυνταγματική με βάση την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Εξίσου σημαντική είναι και η φημολογούμενη κατάργηση της δομημένης συνέντευξης, που σήμερα αποσκοπεί στην αποτίμηση στοιχείων της «προσωπικότητας» και της «καταλληλότητας» των υποψηφίων, αξιολογώντας αφενός την εξοικείωσή τους με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες ενός φορέα και αφετέρου τις ικανότητές τους να προγραμματίζουν, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και να διαχειρίζονται κρίσεις.
Για την επιλογή λαμβάνονταν επίσης υπόψη οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, η άσκηση ηγεσίας υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα των υποψηφίων. Χωρίς, ωστόσο, να εξηγείται γιατί η μέθοδος της συνέντευξης απέτυχε στη διακρίβωση της ουσιαστικής καταλληλότητας των στελεχών, το μοναδικό επιχείρημα που προβάλλεται για τον εξοβελισμό της είναι ότι η γραπτή εξέταση δεξιοτήτων βάζει τέλος στις υποκειμενικές κρίσεις των Συμβουλίων Επιλογής. Ετσι, αντί να επιλεγεί μια δέσμη μέτρων που θα περιόριζε την αυθαιρεσία και τη χειραγώγηση των κρίσεων (βλ. Εκθεση στελεχών ΑΣΕΠ του 2022), αντί δηλαδή να αναβαθμιστεί η συνέντευξη στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης παρέμβασης για την ανεξάρτητη και αξιοκρατική επιλογή της διοικητικής ηγεσίας, εξαφανίζεται η μοναδική – και παγκοσμίως δοκιμασμένη – διαδικασία αποτίμησης ηγετικών ικανοτήτων και αποτελεσμάτων.
Τη θέση της πρόκειται να καταλάβει μια εντελώς αμφίβολη μέθοδος όχι μόνο από τη σκοπιά της διάγνωσης της καταλληλότητας, αλλά και από αυτή της ενίσχυσης της αντικειμενικότητας των κρίσεων. Αλήθεια πόσο αντικειμενική και αξιόπιστη μπορεί να είναι μια κρίση περί δεξιοτήτων, που διεξάγεται με ηλεκτρονική εξέταση βάσει ενός αλγορίθμου, παντελώς άγνωστου σε υποψηφίους και πολίτες; Διότι ναι μεν ο αλγόριθμος δημιουργείται με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους και παραδοχές, πλην όμως, αυτές ούτε δημοσιοποιούνται ούτε έχουν ελεγχθεί εκ των προτέρων για την αξιοπιστία τους. (Αλήθεια, πού είναι τα περιλάλητα «φίλτρων υψηλών απαιτήσεων»;)
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση καταλήγει άνευ αντικειμένου όσον αφορά τις επιλογές Γενικών Διευθυντών, καθώς στην παρούσα φάση τα Συμβούλια Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙΣΕΠ) κάνουν αγώνα δρόμου για να τις ολοκληρώσουν με το ισχύον καθεστώς της συνέντευξης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όσοι Γενικοί Διευθυντές επιλεγούν τώρα θα παραμείνουν στις θέσεις τους για τουλάχιστον τρία (3) χρόνια, καθώς το νέο σύστημα θα εφαρμοστεί αποκλειστικά σε Διευθυντές και Τμηματάρχες, για τους οποίους δεν έχουν γίνει κανονικές κρίσεις ήδη από το 2011.
Τα ΝΕΑ Επιμέλεια Δρ. Απ. Παπατόλιας, ΔΡ. Κων. Παπαδημητρίου









