Περπατώντας στα Αναφιώτικα έχω πάντα την αίσθηση ότι η Αθήνα κρύβει μυστικά μέσα στα στενά της, ότι κάθε γωνία, κάθε παλιό σπίτι, κάθε αυλόπορτα μένει μισάνοιχτη, κρύβοντας ιστορίες που δεν τις ξέρουμε. Κάπως έτσι ένιωσα διαβάζοντας το «Το άγαλμα του Πραξιτέλη» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Κώστα Στοφόρου.

Γράφει η δημοσιογράφος Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Ένα παιδικό μυθιστόρημα που πατά γερά στην πραγματική ιστορία στην Κατοχή, στην αρπαγή των ελληνικών αρχαίων, στη δωσιλογία και την αντίσταση, παίζοντας την ίδια στιγμή με τον μύθο και το αστυνομικό μυστήριο με τρόπο που κρατά τα παιδιά καρφωμένα στις σελίδες.

«Το άγαλμα του Πραξιτέλη» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα και ανοίγει μια νέα σειρά ιστορικών περιπετειών για παιδιά, μια σειρά που φιλοδοξεί να μην είναι απλώς «εκπαιδευτική» αλλά πρώτα απ’ όλα ζωντανή. Στόχος της δεν είναι μόνο να διασκεδάσει, αλλά να φέρει τους μικρούς αναγνώστες κοντά στην τέχνη, στην αρχαιολογία και σε δύσκολες σελίδες της νεότερης ιστορίας μας: τη γερμανική Κατοχή, τους Ναζί που έκλεβαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, τους Έλληνες που επέλεξαν να συνεργαστούν και εκείνους που επέλεξαν να ρισκάρουν, χωρίς βαριά γλώσσα ή με ατελείωτες ιστορικές λεπτομέρειες που χάνουν το ενδιαφέρον.

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η αναζήτηση ενός χαμένου αγάλματος του Πραξιτέλη, του θρυλικού Σάτυρου που χάθηκε κάπου στα χρόνια της Κατοχής και δεν ξαναβρέθηκε ποτέ. Το άγαλμα του Πραξιτέλη πράγματι υπήρχε και κοσμούσε τη θρυλική οδό Τριπόδων κατά την αρχαιότητα, όπως και δεκάδες χορηγικά μνημεία, με τους τρίποδες, τα βραβεία που δίνονταν στα Μεγάλα Διονύσια. Η γερμανίδα αρχαιολόγος Αντρέα Ρίτερ φτάνει στην Αθήνα με φωτογραφίες, παλιές σημειώσεις από το αρχείο του παππού της: ενός Γερμανού αξιωματικού που υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και πολλά ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί.

Μαζί της η κόρη της, η Τσάρλι, που γνωρίζει δύο παιδιά από τα Αναφιώτικα, τον Ιωάννη και τον Σίμο, δύο αγόρια που ξέρουν τα μυστικά της γειτονιάς τους καλύτερα από καθέναν. Μέσα από αυτή την παρέα, που αργότερα μεγαλώνει με την άφιξη του Ερμή -ενός ακόμη παιδιού με δικές του ιστορίες και δικά του μυστικά- ακολούθησα ένα κυνήγι θησαυρού στα σοκάκια της Πλάκας, σε ταβέρνες που μυρίζουν ρίγανη και ψητό κρέας, σε παλιές αυλές με γλάστρες βασιλικό, σε παλιά σπίτια που κρύβουν ιστορίες και κρυφές αυλόπορτες που κανείς δεν προσέχει πια.

Παράλληλα, ο Κώστας Στοφόρος ανοίγει ένα παράθυρο στο παρελθόν με τρόπο που δεν διακόπτει τη δράση αλλά την εμπλουτίζει. Μέσα από μικρά κεφάλαια και αφηγήσεις τρίτων προσώπων: μαρτυρίες ηλικιωμένων που θυμούνται, ημερολόγια που βρέθηκαν, γράμματα που έμειναν ανοιχτά, διακρίνουμε την Αθήνα της Κατοχής με τα μάτια όσων τη ζούσαν: την πείνα, τον φόβο, τη δράση των Ναζί που εισέβαλαν όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στα μουσεία, τη βουλιμία για τα ελληνικά αρχαία που θεωρούσαν δικά τους, τους δωσίλογους που βοηθούσαν στην αρπαγή αλλά και εκείνους που ρίσκαραν τη ζωή τους για να σώσουν τα μάρμαρα και την αξιοπρέπειά τους, για να κρύψουν όσα μπορούσαν προτού φύγουν από τα χέρια της πατρίδας.

Το χαμένο άγαλμα γίνεται σύμβολο, ένας πολύτιμος θησαυρός με τεράστια αξία στην αγορά, αλλά κάτι που κρύβεται για να σωθεί από την αρπαγή και τη διαφθορά, κάτι που αντιπροσωπεύει την ίδια την πολιτιστική μας ταυτότητα.

Η δύναμη του αναγνώσματος «Το άγαλμα του Πραξιτέλη» βρίσκεται στο πώς ισορροπεί η παιδική ματιά με τα δύσκολα θέματα, χωρίς να υποτιμάται η ικανότητα των παιδιών να καταλάβουν. Τα παιδιά κινούν την πλοκή, κάνουν λάθη που πληρώνονται, ενθουσιάζονται με την περιπέτεια, ζηλεύουν όταν κάποιος άλλος παίρνει τα εύσημα, τρομάζουν όταν τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα, αλλά έχουν καθαρή αίσθηση του σωστού και του λάθους.

Απέναντί τους στέκονται ενήλικες που άλλοι λειτουργούν με ευθύνη και αγάπη για την ιστορία και άλλοι με απληστία, βλέποντας μόνο το χρήμα που μπορεί να φέρει ένα αρχαίο στην παράνομη αγορά. Χωρίς να σου λέει «αυτό είναι σωστό, αυτό είναι λάθος», ο συγγραφέας βάζει στο τραπέζι ζητήματα όπως η αρχαιοκαπηλία, η ευθύνη απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά και το τι σημαίνει να κουβαλάς το βάρος των πράξεων προηγούμενων γενιών και πώς τα λάθη των παππούδων μας μπορούν να μας επηρεάζουν ακόμη σήμερα.

Με γρήγορους διαλόγους που ακούγονται φυσικοί και μικρά κεφάλαια που κρατούν την προσοχή των παιδιών, χωρίς να κουράζουν. Οι περιγραφές της Πλάκας και των Αναφιώτικων είναι τόσο ζωντανές που σχεδόν βλέπεις τα σκαλιά που ανεβοκατεβαίνουν τα παιδιά, τα μικρά σπίτια με τα μπλε παντζούρια, τα καφενεία όπου κάθονται οι μεγάλοι και παίζουν τάβλι. Την ίδια στιγμή, οι ιστορικές πληροφορίες δίνονται μέσα από τη δράση και όχι σαν «μάθημα ιστορίας» που σταματά την πλοκή, κάτι που κάνει το βιβλίο ιδανικό όχι μόνο για ατομική ανάγνωση αλλά και για σχολικές βιβλιοθήκες, για εκπαιδευτικά προγράμματα που θέλουν να φέρουν την ιστορία κοντά στα παιδιά με τρόπο που δεν τα αποθαρρύνει.

Κλείνοντας το βιβλίο «Το άγαλμα του Πραξιτέλη», μου έμεινε η αίσθηση ότι παρακολούθησα μια περιπέτεια με πραγματικό διακύβευμα, ένα διακριτικό κάλεσμα να κοιτάξεις αλλιώς την πόλη και την ιστορία της, να περπατήσεις στα Αναφιώτικα και να σκεφτείς τι κρύβεται πίσω από κάθε πόρτα. Αν ένα παιδί μπορεί να αγαπήσει την Ιστορία μέσα από μια ιστορία μυστηρίου, τότε το «Άγαλμα του Πραξιτέλη» κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά.

Τελικά, ποιοι είναι αυτοί που κρατούν ζωντανά τα μυστικά της Αθήνας, τα αγάλματα που παραμένουν κρυμμένα ή όσοι αποφασίζουν να τα προστατεύσουν παρά τον κίνδυνο;