Ο Ολυμπος δεν είναι πια το βουνό των Θεών, αλλά των επισκεπτών. Ο συνωστισμός που παρατηρείται από την εποχή του κορωνοϊού και έπειτα δεν αφορά μόνο τις ταβέρνες και γενικά τα σημεία που είναι προσβάσιμα με το αυτοκίνητο, αλλά και θέσεις υψηλότερα στο βουνό, σημειώνει ο Γιώργος Λιάλιος στην Καθημερινή. Είναι χαρακτηριστικό ότι τους καλοκαιρινούς μήνες το Οροπέδιο των Μουσών γεμίζει με αντίσκηνα, ενώ κάποιες φορές παρατηρείται συνωστισμός στο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή, κάτι επικίνδυνο για λόγους ασφαλείας. Προσπαθώντας να προλάβει δυσάρεστες εξελίξεις, ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος θα αναθέσει μελέτη για τη διαχείριση των επισκεπτών και τον υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας του Εθνικού Πάρκου Ολύμπου.

Δίχως έλεγχο

«Η επισκεψιμότητα έχει αυξηθεί πολύ, ιδίως μετά τον κορωνοϊό. Κανείς όμως δεν γνωρίζει πόσοι άνθρωποι ανεβαίνουν στο βουνό», λέει ο Μπάμπης Μαρινίδης, πιστοποιημένος οδηγός βουνού. «Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, ως μέλος του ορειβατικού συλλόγου πηγαίναμε και καταγράφαμε πόσα αυτοκίνητα και πόσοι άνθρωποι ανέβαιναν, ενώ υπήρχαν δύο φυλάκια. Την ίδια δουλειά έκανε και το δασαρχείο. Βέβαια, ως δημόσια υπηρεσία μετρούσε μόνο από Δευτέρα έως Παρασκευή, άρα πάλι δεν υπήρχε πλήρης εικόνα», αναφέρει.

Σύμφωνα με τον κ. Μαρινίδη, η αύξηση του αριθμού των επισκεπτών δημιουργεί διάφορα παρελκόμενα. «Κατ’ αρχήν, πολλοί κατασκηνώνουν όπου θέλουν. Παλιά θα έβλεπες λίγα αντίσκηνα γύρω από τα καταφύγια – τώρα στο Οροπέδιο των Μουσών μπορεί το καλοκαίρι να δεις και 150 σκηνές. Πολλοί κατασκηνώνουν και από την άλλη πλευρά (σ.σ. της Ελασσόνας), κοντά στο καταφύγιο «Χρηστάκη», ανεβαίνοντας με 4Χ4 σε ένα δρόμο που θα έπρεπε να είναι κλειστός. Το καλοκαίρι αυτά τα δύο σημεία γίνονται σαν τεράστια τσαντίρια και οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τα κοντινότερα καταφύγια παλεύουν για να καλύψουν τις ανάγκες για νερό ή τουαλέτα».

Ο Μιχάλης Στύλλας, ερευνητής στο Γεωφυσικό Ινστιτούτο του Παρισιού, ανέλαβε από το 2004 μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο τη διαχείριση του καταφυγίου «Χρ. Κάκκαλος» (στα 2.650 μέτρα). Αυτό το καταφύγιο, μαζί με το καταφύγιο «Γ. Αποστολίδης» (που είναι και το τελευταίο σε ύψος), βρίσκεται κοντά στο Οροπέδιο των Μουσών. «Ο κόσμος στον Ολυμπο άρχισε να αυξάνεται σταδιακά από το 2012 και εκθετικά μετά το τέλος της κρίσης και τον κορωνοϊό. Πολλοί επισκέπτες είναι νέοι άνθρωποι, που δεν προέρχονται από τους ορειβατικούς συλλόγους. Το καλό είναι ότι οι νεότερες γενιές είναι πιο καταδεκτικές. Παλιά έλεγες στους ορειβάτες να πάρουν μαζί τους τα σκουπίδια τους και αυτοί έλεγαν “να τα πάρετε εσείς που έχετε το καταφύγιο”. Τώρα ο κόσμος καταλαβαίνει και το βουνό είναι καθαρό», εξηγεί.

Οσο για το κάμπινγκ, ο κ. Στύλλας υποστηρίζει ότι οι σκηνές μπαίνουν μόνο στον περίβολο των καταφυγίων, καταβάλλοντας ένα συμβολικό αντίτιμο (τέσσερα ευρώ ανά επισκέπτη). «Είναι ελεγχόμενη η κατάσταση και αφορά μόνο το διάστημα από Ιούλιο έως αρχές Σεπτεμβρίου. Μετά ούτως ή άλλως η κατασκήνωση στον Ολυμπο είναι μόνο για… σκληροπυρηνικούς, με ειδικό εξοπλισμό». Να σημειωθεί ότι στον ορεινό όγκο του Ολύμπου λειτουργούν εννέα καταφύγια με 423 κλίνες και έξι καταφύγια ανάγκης με 54 κλίνες, η περίοδος λειτουργίας των οποίων εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.

Οδηγοί των social

Πολύς κόσμος συγκεντρώνεται και στο μονοπάτι για τον Μύτικα, την κορυφή του Ολύμπου (2.917 μ.). «Τα Σαββατοκύριακα γίνεται λαϊκό προσκύνημα», λέει ο κ. Μαρινίδης. «Δυστυχώς υπάρχουν αυτοαποκαλούμενοι οδηγοί που έχουν ωραία παρουσία στα social media, αλλά καμία εκπαίδευση, οι οποίοι ανεβάζουν κόσμο στο βουνό χωρίς να τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας». Με αυτή την άποψη συμφωνεί και ο κ. Στύλλας. «Τις εταιρείες αυτές εμείς τις λέμε “πειρατές”. Με την εμπειρία που έχω, 40 χρόνια ορειβάτης και 20 χρόνια διαχειριστής καταφυγίου, θεωρώ ότι είναι θέμα χρόνου να γίνει ατύχημα εξαιτίας τους. Η κατάσταση είναι ξέφραγο αμπέλι, έχω δει ανθρώπους να τους έχουν δέσει από τις ζώνες του παντελονιού τους ως μέτρο ασφαλείας. Στις διαδρομές που οδηγούν στην κορυφή δεν πρέπει να είναι πολλά άτομα ταυτόχρονα γιατί πέφτουν πέτρες, είναι επικίνδυνο. Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση στους πρόποδες, εκεί όπου είναι οι καταρράκτες. Τα σημεία αυτά είναι προσβάσιμα με το αυτοκίνητο και ως αποτέλεσμα γίνεται πραγματική καταστροφή από τον τόσο κόσμο, φτάνει να γυαλίζει το νερό από τα αντηλιακά, το νερό που πίνουν τα γύρω χωριά». Στη Γαλλία, ο κ. Στύλλας συμμετέχει σε ομάδα επιστημόνων που ερευνά τα αλπικά εδάφη στο Οροπέδιο των Μουσών και την ποιότητα των νερών μετά τα Πριόνια. «Χρειάζεται παρακολούθηση για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα “στο πόδι”», καταλήγει.

Στις αρχές της δεκαετίας, ο τότε φορέας διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Ολύμπου ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης για τον υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας και σχεδίου διαχείρισης επισκεπτών. Ομως οι πόροι που διατέθηκαν ήταν πολύ περιορισμένοι και έτσι η μελέτη ήταν απλώς μια πρώτη προσέγγιση στο ζήτημα. Την εκπόνησε επιστημονική ομάδα από το Εθνικό Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας – Ελληνικό Κέντρο Υγροτόπων – Βιοτόπων (ΕΚΒΥ). Η μελέτη υπολόγισε τους επισκέπτες σε περίπου 200.000 ετησίως. «Ενώ όλοι αναγνωρίζουν τις πιέσεις στον Ολυμπο, δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα για τη διαχείριση των επισκεπτών», εκτιμά η Μαρία Κατσακιώρη, επιστημονική υπεύθυνη της μελέτης. «Το κύριο ζήτημα είναι ότι υπάρχουν πολλές πύλες εισόδου στο βουνό και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί η πρόσβαση. Ως αποτέλεσμα δημιουργούνται πολλά ζητήματα: η ανεξέλεγκτη εγκατάσταση σκηνών, ο βανδαλισμός σημάνσεων, πινακίδων και υποδομής (λ.χ. κιόσκια), η διάβρωση των μονοπατιών. Υπάρχουν απλά πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν, όπως λ.χ. η εξυπηρέτηση των επισκεπτών με ένα μικρό λεωφορείο από το Λιτόχωρο αντί των Ι.Χ., αλλά προσκρούουν σε τοπικά μικροσυμφέροντα».

Ο διαγωνισμός

Την ανάγκη ελέγχου του αριθμού των επισκεπτών επανέφερε η προώθηση από τη χώρα μας της υποψηφιότητας του Ολύμπου για ένταξη στα μνημεία φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO (όπως τα Μετέωρα και το Αγιον Ορος). Προ ημερών, ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος (ΟΦΥΠΕΚΑ) προκήρυξε διαγωνισμό για την εκπόνηση μελέτης διαχείρισης επισκεπτών και εκτίμησης της φέρουσας ικανότητας του Ολύμπου. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η μονάδα διαχείρισης του εθνικού πάρκου έχει στη διάθεσή της μόλις επτά άτομα, εκ των οποίων τέσσερις φύλακες για μια έκταση 235.000 στρεμμάτων.

«Υπάρχουν πολλά ζητήματα που μας απασχολούν στη διαχείριση του εθνικού πάρκου και ελπίζουμε ότι η μελέτη θα μας δώσει κατευθύνσεις», αναφέρει ο Γιάννης Μητσόπουλος, ειδικός σύμβουλος στον ΟΦΥΠΕΚΑ. «Είναι προφανές ότι πρέπει να αναπτύξουμε ένα σύστημα καταγραφής της διακίνησης επισκεπτών και να καθορίσουμε θέσεις ελέγχου της εισόδου των επισκεπτών και θέσεις στάθμευσης περιμετρικά του εθνικού πάρκου. Πρέπει επίσης να προσδιορίσουμε την επισκεψιμότητα των επιμέρους περιοχών του εθνικού πάρκου και να αποτυπώσουμε τη φέρουσα ικανότητα της κάθε περιοχής, προκειμένου να συζητήσουμε όλα τα υπόλοιπα».

kosmoslarissa.gr, (από το ρεπορτάζ του Γιώργου Λιάλιου στην Καθημερινή)