Ο θόρυβος της πόλης είναι τόσο συνηθισμένος, ώστε οι περισσότεροι Λαρισαίοι πιθανότατα έχουν μάθει να ζουν μαζί του. Αυτοκίνητα και μηχανές, βαριά κυκλοφορία στους μεγάλους οδικούς άξονες, τρένα που διασχίζουν τον αστικό ιστό, κόρνες και κάθε είδους δραστηριότητα συνθέτουν το καθημερινό ηχητικό τοπίο.

Μόνο που ο θόρυβος δεν είναι απλώς μια ενόχληση. Και στην περίπτωση της Λάρισας τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού ζει σε περιοχές με ιδιαίτερα υψηλή ηχητική επιβάρυνση.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος έχει ήδη ολοκληρώσει τον 4ο γύρο της Στρατηγικής Χαρτογράφησης Θορύβου, με έτος αναφοράς το 2022, στον οποίο η Λάρισα περιλαμβάνεται αυτοτελώς μεταξύ των μεγάλων πολεοδομικών συγκροτημάτων της χώρας. Η νέα μελέτη για Λάρισα και Βόλο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από τις 28 Αυγούστου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025 και συνοδεύεται από Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η χαρτογράφηση αποτυπώνει ουσιαστικά το «ακουστικό αποτύπωμα» της Λάρισας, με βασικές πηγές τον οδικό και τον σιδηροδρομικό θόρυβο. Χρησιμοποιούνται δύο δείκτες: ο Lden, που αποτυπώνει τη συνολική έκθεση κατά τη διάρκεια ημέρας, απογεύματος και νύχτας, και ο Lnight, που αφορά αποκλειστικά τη νυχτερινή περίοδο.

Στην Ελλάδα τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια έχουν καθοριστεί στα 70 ντεσιμπέλ για τον Lden και στα 60 ντεσιμπέλ για τον Lnight.

Σχεδόν 17.000 Λαρισαίοι πάνω από το όριο

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται εντυπωσιακά στα αναλυτικά στοιχεία της προηγούμενης επίσημης χαρτογράφησης.

Σε πληθυσμό αναφοράς 125.038 κατοίκων, οι 16.223 ζούσαν σε περιοχές όπου ο συνολικός θόρυβος βρισκόταν μεταξύ 70 και 75 dB και άλλοι 754 σε περιοχές άνω των 75 dB. Συνολικά δηλαδή 16.977 κάτοικοι της Λάρισας βρίσκονταν πάνω από το θεσμοθετημένο όριο των 70 dB.

Πρόκειται για περίπου 13,6% του πληθυσμού, ή χονδρικά έναν στους επτά κατοίκους.

Αν μάλιστα κατεβάσουμε τον πήχυ στα 65 dB, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική. Στην κατηγορία 65–70 dB καταγράφονταν επιπλέον 9.983 κάτοικοι. Έτσι, σχεδόν 27.000 Λαρισαίοι ζούσαν σε περιβάλλον με θόρυβο άνω των 65 dB.

Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις υψηλού θορύβου ακολουθούν, όπως είναι αναμενόμενο, τους μεγάλους κυκλοφοριακούς άξονες και τη σιδηροδρομική γραμμή. Ενδεικτικό είναι ότι σε επίσημη περιβαλλοντική μελέτη για περιοχή επί της εθνικής οδού Λάρισας–Κοζάνης ο δείκτης Lden είχε εκτιμηθεί μεταξύ 70 και 75 dB.

Ο θόρυβος συνεχίζεται και όταν πέφτει η πόλη για ύπνο

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο νυχτερινός θόρυβος, καθώς η συνεχής έκθεση δεν περιορίζεται στις ώρες της έντονης κυκλοφορίας αλλά επηρεάζει και την περίοδο ανάπαυσης.

Τα παλαιότερα επίσημα στοιχεία της Λάρισας έδειχναν ότι περίπου 18.160 κάτοικοι βρίσκονταν στη ζώνη των 60–65 dB κατά τη νυχτερινή περίοδο και άλλοι 2.650 μεταξύ 65 και 70 dB. Πρόκειται για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού που ζούσε σε επίπεδα νυχτερινού θορύβου γύρω ή πάνω από το εθνικό όριο.

Και εδώ βρίσκεται η διάσταση του προβλήματος που συχνά υποτιμάται. Ο περιβαλλοντικός θόρυβος δεν είναι μόνο θέμα ποιότητας ζωής. Η χρόνια έκθεση σε υψηλά επίπεδα έχει συνδεθεί διεθνώς με διαταραχές ύπνου, στρες και καρδιαγγειακές επιβαρύνσεις, ενώ η παρατεταμένη έκθεση σε ισχυρούς ήχους μπορεί να προκαλέσει βλάβες στην ακοή.

Ο νέος χάρτης της Λάρισας

Η νέα στρατηγική χαρτογράφηση έχει ιδιαίτερη αξία ακριβώς επειδή επιτρέπει να αποτυπωθεί πώς έχει μεταβληθεί το πρόβλημα μετά τις αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην κυκλοφορία και στον αστικό ιστό της Λάρισας.

Για τη μελέτη χρησιμοποιούνται σύγχρονες μετρήσεις πεδίου και υπολογιστικά μοντέλα, ώστε να δημιουργείται τρισδιάστατη απεικόνιση του ακουστικού αποτυπώματος της πόλης. Οι νέοι χάρτες Lden και Lnight αποτυπώνουν με διαφορετική χρωματική διαβάθμιση τις ζώνες από τις πιο ήσυχες έως τις περισσότερο επιβαρυμένες.

Η προηγούμενη χαρτογράφηση είχε δείξει επίσης κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον σημερινό σχεδιασμό της πόλης: η απομάκρυνση της κυκλοφορίας μπορεί να αλλάξει θεαματικά το ηχητικό περιβάλλον. Οι πεζοδρομημένες και χαμηλής κυκλοφορίας περιοχές του κέντρου εμφανίζουν σαφώς μικρότερη επιβάρυνση από τους βασικούς οδικούς άξονες.

Αυτό αποκτά πρόσθετη σημασία σε μια Λάρισα που τα τελευταία χρόνια επενδύει σε πεζοδρομήσεις, ποδηλατικές διαδρομές και περιορισμό της διαμπερούς κυκλοφορίας στο κέντρο.

Το ερώτημα πλέον είναι τι θα γίνει με τις περιοχές που παραμένουν στα «κόκκινα».

Τα Σχέδια Δράσης που συνοδεύουν τους στρατηγικούς χάρτες μπορούν να περιλαμβάνουν παρεμβάσεις στη διαχείριση της κυκλοφορίας, μειώσεις ταχύτητας, αλλαγές στις ροές των οχημάτων, χρήση ηπιότερων οδοστρωμάτων, προστασία ήσυχων περιοχών και, όπου απαιτείται, ειδικά μέτρα ηχοπροστασίας. Το ίδιο το ΥΠΕΝ διευκρινίζει, πάντως, ότι πρόκειται για ενδεικτικό κατάλογο μέτρων και ότι η εφαρμογή τους από Δήμους, Περιφέρειες και άλλους φορείς εξαρτάται από τις προτεραιότητες και τη διαθεσιμότητα πόρων.

Το βέβαιο είναι ότι ο θόρυβος αποτελεί έναν από τους λιγότερο ορατούς περιβαλλοντικούς κινδύνους μιας πόλης.

Δεν φαίνεται όπως το νέφος, ούτε αφήνει πίσω του σκουπίδια.

Στη Λάρισα, όμως, οι χάρτες δείχνουν ότι είναι εκεί. Και για χιλιάδες κατοίκους αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς τους.

Γιώργος Δεληχάς, kosmoslarissa.gr