Με το πόδι στο γκάζι φαίνεται ότι είναι οι Ελληνες οδηγοί, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι οι έλεγχοι είναι περιορισμένοι. Ο αριθμός των θανάτων στην άσφαλτο αυξάνεται συνεχώς, με μοναδική εξαίρεση το 2017, ενώ μεταξύ των κυριότερων αιτιών δυστυχημάτων είναι η υπερβολική ταχύτητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πριν από ενάμιση χρόνο περίπου, η κυβέρνηση επιχείρησε να προχωρήσει σε αύξηση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους. Εν μέσω σημαντικών αντιδράσεων και κατά τη διάρκεια της σύνταξης του νομοσχεδίου για την αλλαγή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας το υπουργείο Υποδομών προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, προτείνοντας την αύξηση του ορίου ταχύτητας από 130 χλμ./ώρα που ίσχυε σε 150 χλμ./ώρα.
Τι συμβαίνει στην Ευρώπη
Συγκοινωνιολόγοι, ειδικοί της οδικής ασφάλειας και της οδικής αγωγής και ΜΚΟ έκαναν λόγο για απαράδεκτη πρόβλεψη. Υπό την πίεση των αντιδράσεων και της τοποθέτησης ότι «πουθενά στην Ευρώπη δεν συναντά κανείς τόσο υψηλά όρια ταχύτητας ή έστω πρόθεση αύξησης αυτών» (σ.σ. με εξαίρεση τη Γερμανία όπου στους αυτοκινητόδρομους δεν ισχύει όριο ταχύτητας, ωστόσο υπάρχουν σκέψεις θέσπισής του) το υπουργείο Υποδομών απέσυρε, λίγο πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου τη σχετική πρόβλεψη.
Τι γίνεται, όμως ,πράγματι στην υπόλοιπη Ευρώπη και πώς σχετίζεται η αστυνόμευση με τη συμμόρφωση των οδηγών; Σε επίπεδο Ε.Ε. μόλις το 38% των οδηγών εκτιμά ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ελεγχθούν για την τήρηση των ορίων ταχύτητας, σύμφωνα με σχετική μελέτη. Ο τρόπος επιβολής του νόμου περί τήρησης ορίων ταχύτητας διαφοροποιείται σημαντικά από χώρα σε χώρα, ενώ εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενιαία πολιτική, ούτε καν ως προς το ποιος έχει την ευθύνη διεξαγωγής των ελέγχων. Μεταξύ των χωρών που μπόρεσαν να προσφέρουν δεδομένα στο ETSC (European Transport Safety Council), διαπιστώνεται ότι την εντονότερη δράση ως προς την τήρηση των ορίων ταχύτητας συναντά κανείς στην Ολλανδία και στο Λουξεμβούργο όπου «κόβονται» ετησίως 457 και 428 κλήσεις ανά 1.000 κατοίκους αντιστοίχως. Πολλές κλήσεις «κόβονται» και στο Βέλγιο και στη Γαλλία όπου οι κάμερες καταγραφής παραβάσεων είναι αρκετές. Αντιθέτως, το να «πιαστεί στα πράσα» ένας οδηγός με υπερβολική ταχύτητα είναι σχετικά σπάνιο φαινόμενο στη Σουηδία, στη Νορβηγία και στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει η έρευνα του ETSC. Σε αυτές τις χώρες καταγράφονται λιγότερες από 20 κλήσεις για παραβίαση ορίου ταχύτητας ανά 1.000 κατοίκους.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρεί κανείς ότι σε χώρες όπως η Σουηδία (-6,8%), η Νορβηγία (-5,1%), η Ρουμανία (-4,3%), η Ελλάδα (-3,8%), η Ιρλανδία (-3,1%), η Ιταλία (-1,3%) και η Ολλανδία (-0,9%) καταγράφεται μείωση στον μέσο αριθμό των κλήσεων που κόβονται ετησίως μεταξύ 2010 και 2017. Η αιτία δεν είναι ίδια για όλες τις χώρες. Ειδικότερα για χώρες όπως η Σουηδία, η Νορβηγία και η Ολλανδία, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι ο λόγος μείωσης σχετίζεται με τον περιορισμό της παραβατικότητας. Και αυτό καθώς οι έλεγχοι είναι συστηματικοί και δρουν αποτρεπτικά σε συνδυασμό με το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο. Από την άλλη, στην περίπτωση της Ελλάδας για παράδειγμα (γεγονός που ισχύει και για την περίπτωση της Ρουμανίας) η μείωση του αριθμού κλήσεων αποδίδεται στους περιορισμένους ελέγχους.
Οι έλεγχοι
Χαρακτηριστικό της σημασίας που αποδίδεται στους ελέγχους της Τροχαίας είναι το γεγονός ότι χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ελλάδα, η Μάλτα και η Λετονία δεν καταγράφουν τις κλήσεις που κόβονται ανάλογα με το μέσο (κατόπιν ελέγχου Τροχαίας, κάμερες ασφαλείας κ.τ.λ.) όπως επισημαίνεται στην έρευνα του ETSC. Οι παραπάνω χώρες στερούνται της δυνατότητας αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των διαφόρων κατασταλτικών μέτρων, όπως εξηγείται στο κείμενο της μελέτης. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των παραβάσεων που οδήγησαν σε δυστυχήματα στην ελληνική άσφαλτο το 2017, στην υψηλότερη θέση μεταξύ των αναγνωρισμένων αιτιών καταγράφεται η υπερβολική ταχύτητα. Το 12,4% του συνόλου των θανατηφόρων τροχαίων είναι αποτέλεσμα υπερβολικής ταχύτητας και η αμέσως επόμενη αιτία είναι η απόσπαση της προσοχής του οδηγού (10,2%). Συνολικά, το 2017 στην Ελλάδα καταγράφηκαν 214.132 παραβάσεις ταχύτητας από τις συνολικά 439.265.
Παρατηρείται, μάλιστα, σημαντική αύξηση (21,3%) στις παραβάσεις ταχύτητας, σε σχέση με τις αντίστοιχες του 2016.

AΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΣΣΙΜΗ (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)